μπαμπού
[baˈmu]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
папа, отец
dad, father · ο μπαμπάς μου — мой папа
Грамматика
Ед. ч.
им.
o μπαμπού
вин.
τον μπαμπού
род.
του μπαμπού
зват.
μπαμπού
Мн. ч.
им.
οι μπαμπάδες
вин.
τους μπαμπάδες
род.
των μπαμπάδων
зват.
μπαμπάδες
Примеры
Ο μπαμπού μου δουλεύει στο γραφείο.
Мой папа работает в офисе. · My dad works at the office.
Πήγα με τον μπαμπού στο ποδόσφαιρο.
Я пошёл с папой на футбол. · I went to the football match with my dad.
Οι μπαμπάδες των παιδιών παίζουν στο πάρκο.
Папы детей играют в парке. · The dads are playing in the park.