Греческий словарь
с грамматикой

μπαίνω

[ˈbɛno]глаголA1

Значения

1
входить, заходить
to enter, to go in · μπαίνω στο σπίτι — входить в дом
2
надевать (одежду)
to put on (clothes) · μπαίνω τα παπούτσια — надевать туфли
3
начинаться, стартовать
to start, to begin · μπαίνει το φθινόπωρο — начинается осень

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπαίνω
εσύ
μπαίνεις
αυτός
μπαίνει
εμείς
μπαίνουμε
εσείς
μπαίνετε
αυτοί
μπαίνουν
Аорист
εγώ
μπήκα
εσύ
μπήκες
αυτός
μπήκε
εμείς
μπήκαμε
εσείς
μπήκατε
αυτοί
μπήκαν
Будущее
εγώ
θα μπω
εσύ
θα μπεις
αυτός
θα μπει
εμείς
θα μπούμε
εσείς
θα μπείτε
αυτοί
θα μπούν

Примеры

Μπήκαμε στο καφέ και ζητήσαμε καφέ.
Мы вошли в кафе и заказали кофе. · We entered the café and ordered coffee.
Μπαίνει το κορίτσι στο σχολείο κάθε πρωί.
Девочка приходит в школу каждое утро. · The girl goes to school every morning.
Θα μπούμε τα παπούτσια και θα πάμε έξω.
Мы наденем туфли и пойдём гулять. · We'll put on our shoes and go outside.
Μπαίνοντας το μπάνιο, είδα ότι δεν υπήρχε νερό.
Заходя в ванную, я увидел, что нет воды. · Entering the bathroom, I saw there was no water.