μπαμπάς
[baˈbas]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
папа, отец
dad, father · ο μπαμπάς μου — мой папа
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μπαμπάς
вин.
τον μπαμπά
род.
του μπαμπά
зват.
μπαμπά
Мн. ч.
им.
οι μπαμπάδες
вин.
τους μπαμπάδες
род.
των μπαμπάδων
зват.
μπαμπάδες
Примеры
Ο μπαμπάς μου δουλεύει στο νοσοκομείο.
Мой папа работает в больнице. · My dad works at the hospital.
Πήγα με τον μπαμπά στο ποδόσφαιρο.
Я пошёл с папой на футбол. · I went to the football match with my dad.
Μπαμπά, μπορώ να παίξω έξω;
Папа, я могу играть на улице? · Dad, can I play outside?
Οι μπαμπάδες συχνά ανησυχούν για τα παιδιά τους.
Отцы часто беспокоятся о своих детях. · Fathers often worry about their children.