μουσείο
[muˈsi.o]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
музей
museum · το μουσείο της τέχνης — музей искусства
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μουσείο
вин.
το μουσείο
род.
του μουσείου
зват.
μουσείο
Мн. ч.
им.
τα μουσεία
вин.
τα μουσεία
род.
των μουσείων
зват.
μουσεία
Примеры
Το μουσείο είναι κλειστό τη Δευτέρα.
Музей закрыт по понедельникам. · The museum is closed on Mondays.
Πήγαμε στο μουσείο της Ακρόπολης χθες.
Вчера мы посетили музей Акрополя. · We went to the Acropolis Museum yesterday.
Τα μουσεία της Αθήνας έχουν σημαντικές συλλογές.
Музеи Афин имеют важные коллекции. · The museums of Athens have significant collections.
Επισκέφτηκε τρία μουσεία κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Во время поездки он посетил три музея. · He visited three museums during his trip.