μουρμουρίζω
[murmuˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
бормотать, ворчать
to murmur, to grumble · μουρμουρίζει για τα προβλήματά του — ворчит на свои проблемы
2
издавать низкий звук, гудеть
to make a low sound, to hum · το νερό μουρμουρίζει — вода журчит
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μουρμουρίζω
εσύ
μουρμουρίζεις
αυτός
μουρμουρίζει
εμείς
μουρμουρίζουμε
εσείς
μουρμουρίζετε
αυτοί
μουρμουρίζουν
Аорист
εγώ
μουρμούρισα
εσύ
μουρμούρισες
αυτός
μουρμούρισε
εμείς
μουρμουρίσαμε
εσείς
μουρμουρίσατε
αυτοί
μουρμούρισαν
Будущее
εγώ
θα μουρμουρίσω
εσύ
θα μουρμουρίσεις
αυτός
θα μουρμουρίσει
εμείς
θα μουρμουρίσουμε
εσείς
θα μουρμουρίσετε
αυτοί
θα μουρμουρίσουν
Примеры
Μουρμουρίζει συνεχώς για τη δουλειά του.
Он постоянно ворчит на свою работу. · He is constantly grumbling about his job.
Το ρυάκι μουρμουρίζει μεσ' τα δέντρα.
Ручеёк журчит среди деревьев. · The stream murmurs among the trees.
Όταν μουρμούρισε, κανείς δεν τον άκουσε.
Когда он буркнул, никто его не услышал. · When he muttered, no one heard him.
Μουρμουρίζοντας, άρχισε να φεύγει.
Ворча, он начал уходить. · Grumbling, he started to leave.