Греческий словарь
с грамматикой

μουγκανίζω

[muŋɡaˈnizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
ворчать, буркотать, говорить сквозь зубы
to mutter, to grumble, to mumble · μουγκανίζει για το καιρό — ворчит по поводу погоды
2
изъясняться нечётко, невнятно
to speak unclearly, to mumble indistinctly · μουγκανίζει και δεν καταλαβαίνω — бормочет, и я не понимаю

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μουγκανίζω
εσύ
μουγκανίζεις
αυτός
μουγκανίζει
εμείς
μουγκανίζουμε
εσείς
μουγκανίζετε
αυτοί
μουγκανίζουν
Аорист
εγώ
μουγκάνισα
εσύ
μουγκάνισες
αυτός
μουγκάνισε
εμείς
μουγκανίσαμε
εσείς
μουγκανίσατε
αυτοί
μουγκάνισαν
Будущее
εγώ
θα μουγκανίσω
εσύ
θα μουγκανίσεις
αυτός
θα μουγκανίσει
εμείς
θα μουγκανίσουμε
εσείς
θα μουγκανίσετε
αυτοί
θα μουγκανίσουν

Примеры

Ο παππούς μουγκανίζει κάθε πρωί για τα προβλήματα του.
Дедушка ворчит каждое утро по поводу своих проблем. · Grandpa grumbles every morning about his troubles.
Μην μουγκανίζεις και πες μας τι θέλεις.
Не ворчи и скажи нам, что ты хочешь. · Stop muttering and tell us what you want.
Το παιδί μουγκάνισε κάτι αλλά δεν ακούστηκε καθαρά.
Ребёнок что-то пробормотал, но неясно. · The child mumbled something but it wasn't clear.
Θα μουγκανίσουν οι πελάτες αν περιμένουν πολύ.
Клиенты будут ворчать, если долго ждут. · The customers will complain if they have to wait too long.