Греческий словарь
с грамматикой

μορφώνω

[moˈrfono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
формировать, создавать, образовывать
to form, to shape, to create · μορφώνω έναν στρατό — формирую армию
2
воспитывать, развивать (характер, личность)
to develop, to nurture (character, personality) · μορφώνω τα παιδιά — воспитываю детей
3
обучать, подготавливать
to train, to instruct · μορφώνω στρατιώτες — обучаю солдат

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μορφώνω
εσύ
μορφώνεις
αυτός
μορφώνει
εμείς
μορφώνουμε
εσείς
μορφώνετε
αυτοί
μορφώνουν
Аорист
εγώ
μόρφωσα
εσύ
μόρφωσες
αυτός
μόρφωσε
εμείς
μορφώσαμε
εσείς
μορφώσατε
αυτοί
μόρφωσαν
Будущее
εγώ
θα μορφώσω
εσύ
θα μορφώσεις
αυτός
θα μορφώσει
εμείς
θα μορφώσουμε
εσείς
θα μορφώσετε
αυτοί
θα μορφώσουν

Примеры

Ο σχολείο μορφώνει τις νέες γενιές.
Школа формирует новые поколения. · The school shapes new generations.
Μόρφωσαν ένα νέο κόμμα πολιτικής.
Они создали новую политическую партию. · They formed a new political party.
Η εμπειρία του μόρφωσε ως άνθρωπο.
Опыт воспитал его как человека. · Experience shaped him as a person.
Θα μορφώσουν τους νέους στρατιώτες.
Они обучат новых солдат. · They will train the new soldiers.