μορφίνη
[morˈfini]существительноеη · женский родB2
Значения
1
морфин (сильное обезболивающее средство)
morphine (a powerful painkilling drug) · ισχυρό αναλγητικό — сильное обезболивающее
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μορφίνη
вин.
τη μορφίνη
род.
της μορφίνης
зват.
μορφίνη
Мн. ч.
им.
οι μορφίνες
вин.
τις μορφίνες
род.
των μορφινών
зват.
μορφίνες
Примеры
Ο ασθενής χρειάζεται μορφίνη για τον πόνο.
Пациенту нужен морфин для боли. · The patient needs morphine for the pain.
Η μορφίνη είναι ελεγχόμενη ουσία στις περισσότερες χώρες.
Морфин — контролируемое вещество в большинстве стран. · Morphine is a controlled substance in most countries.
Χορήγησαν της μορφίνης μετά την επέμβαση.
Ему дали морфин после операции. · They administered morphine after surgery.