μονώνω
[moˈnono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
изолировать, отделять
isolate, separate · μονώνω ένα δωμάτιο — изолирую комнату
2
уединять, отстранять от общества
isolate socially, keep apart from others · μονώνω κάποιον από τους φίλους του — отстраняю кого-то от друзей
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μονώνω
εσύ
μονώνεις
αυτός
μονώνει
εμείς
μονώνουμε
εσείς
μονώνετε
αυτοί
μονώνουν
Аорист
εγώ
μόνωσα
εσύ
μόνωσες
αυτός
μόνωσε
εμείς
μονώσαμε
εσείς
μονώσατε
αυτοί
μόνωσαν
Будущее
εγώ
θα μονώσω
εσύ
θα μονώσεις
αυτός
θα μονώσει
εμείς
θα μονώσουμε
εσείς
θα μονώσετε
αυτοί
θα μονώσουν
Примеры
Πρέπει να μονώσουμε το δωμάτιο για τον ασθενή.
Нам нужно изолировать комнату для больного. · We need to isolate the room for the patient.
Οι γείτονές του τον μόνωσαν εντελώς.
Его соседи полностью его отстранили. · His neighbours completely isolated him.
Μονώνοντας τις σχέσεις, επιδεινώνετε την κατάσταση.
Изолируя отношения, вы ухудшаете ситуацию. · By isolating relationships, you make the situation worse.
Το πρόβλημα μονώθηκε και επιλύθηκε γρήγορα.
Проблема была выделена и быстро решена. · The problem was isolated and quickly resolved.