μονόκερως
[moˈnokeros]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
единорог
unicorn · φανταστικό ζώο με ένα κέρας — фантастическое животное с одним рогом
Грамматика
Ед. ч.
им.
o μονόκερως
вин.
τον μονόκερω
род.
του μονόκερω
зват.
μονόκερως
Мн. ч.
им.
οι μονόκεροι
вин.
τους μονόκερους
род.
των μονόκερων
зват.
μονόκεροι
Примеры
Ο μονόκερως είναι ένα μυθικό ζώο.
Единорог — это мифическое животное. · The unicorn is a mythical creature.
Στο παραμύθι υπάρχει ένας όμορφος μονόκερος.
В сказке живёт красивый единорог. · In the fairy tale there is a beautiful unicorn.
Τα παιδιά αγαπούν τις ιστορίες με μονόκερους.
Дети любят истории о единорогах. · Children love stories about unicorns.