μονάζω
[moˈnazo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
жить в одиночестве, вести отшельническую жизнь
to live alone, to live as a hermit · μονάζω στο βουνό — живу отшельником в горах
2
уединяться, удаляться от общества
to withdraw, to seclude oneself · μονάζει από τον κόσμο — удаляется от мира
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μονάζω
εσύ
μονάζεις
αυτός
μονάζει
εμείς
μονάζουμε
εσείς
μονάζετε
αυτοί
μονάζουν
Аорист
εγώ
μονάσα
εσύ
μονάσες
αυτός
μονάσε
εμείς
μονάσαμε
εσείς
μονάσατε
αυτοί
μονάσαν
Будущее
εγώ
θα μονάσω
εσύ
θα μονάσεις
αυτός
θα μονάσει
εμείς
θα μονάσουμε
εσείς
θα μονάσετε
αυτοί
θα μονάσουν
Примеры
Ο μοναχός μονάζει στο ρωσικό μοναστήρι.
Монах живёт отшельником в русском монастыре. · The monk lives in solitude at a Russian monastery.
Πολλές χήρες μονάζουν μετά το θάνατο του συζύγου.
Многие вдовы уединяются после смерти мужа. · Many widows withdraw from society after their husband's death.
Πριν χρόνια μονάσαμε για να αναζητήσουμε ησυχία.
Много лет назад мы удалились в уединение, ища спокойствия. · Years ago we secluded ourselves seeking peace.