Греческий словарь
с грамматикой

μολύνω

[moˈlino]глаголB1

Значения

1
загрязнять, осквернять
to pollute, to contaminate · μολύνω το νερό — загрязняю воду
2
портить, развращать (мораль, репутацию)
to taint, to corrupt (morally, reputation) · μολύνω τη φήμη — портю репутацию

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μολύνω
εσύ
μολύνεις
αυτός
μολύνει
εμείς
μολύνουμε
εσείς
μολύνετε
αυτοί
μολύνουν
Аорист
εγώ
μόλυνα
εσύ
μόλυνες
αυτός
μόλυνε
εμείς
μολύναμε
εσείς
μολύνατε
αυτοί
μόλυναν
Будущее
εγώ
θα μολύνω
εσύ
θα μολύνεις
αυτός
θα μολύνει
εμείς
θα μολύνουμε
εσείς
θα μολύνετε
αυτοί
θα μολύνουν

Примеры

Η ρύπανση μολύνει το περιβάλλον κάθε μέρα.
Загрязнение портит окружающую среду каждый день. · Pollution damages the environment every day.
Τα βιομηχανικά απόβλητα μόλυναν το ποτάμι.
Промышленные отходы загрязнили реку. · Industrial waste polluted the river.
Δεν θέλω να μολύνω τη σχέση μας με λέξεις οργής.
Я не хочу портить наши отношения гневными словами. · I don't want to taint our relationship with angry words.