Греческий словарь
с грамматикой

μοιράζομαι

[mɪˈraːzome]глаголA2

Значения

1
делиться, делить между собой
to share, to divide among · μοιράζομαι τα παιχνίδια — делиться игрушками
2
распределяться, доставаться
to be distributed, to fall to one's lot · του μοιράστηκε καλή τύχη — ему досталась хорошая судьба

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μοιράζομαι
εσύ
μοιράζεσαι
αυτός
μοιράζεται
εμείς
μοιραζόμαστε
εσείς
μοιράζεστε
αυτοί
μοιράζονται
Аорист
εγώ
μοιράστηκα
εσύ
μοιράστηκες
αυτός
μοιράστηκε
εμείς
μοιραστήκαμε
εσείς
μοιραστήκατε
αυτοί
μοιράστηκαν
Будущее
εγώ
θα μοιραστώ
εσύ
θα μοιραστείς
αυτός
θα μοιραστεί
εμείς
θα μοιραστούμε
εσείς
θα μοιραστείτε
αυτοί
θα μοιραστούν

Примеры

Τα παιδιά μοιράζονται τα παιχνίδια τους.
Дети делятся своими игрушками. · The children share their toys.
Μοιράστηκε την τυχη της με τη φίλη της.
Она поделилась своей удачей с подругой. · She shared her luck with her friend.
Πόση περιουσία μοιράστηκε στους κληρονόμους;
Какое имущество досталось наследникам? · What property was distributed to the heirs?
Θα μοιραστούν τα κέρδη ίσα μεταξύ τους.
Они поделят прибыль поровну между собой. · They will divide the profits equally among themselves.