Греческий словарь
с грамматикой

μοιάζω

[miˈazo]глаголA1

Значения

1
быть похожим, напоминать
to resemble, to look like · μοιάζει στον πατέρα του — похож на своего отца
2
казаться, представляться
to seem, to appear · μοιάζει καλή ιδέα — кажется хорошей идеей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μοιάζω
εσύ
μοιάζεις
αυτός
μοιάζει
εμείς
μοιάζουμε
εσείς
μοιάζετε
αυτοί
μοιάζουν
Аорист
εγώ
μοίασα
εσύ
μοίασες
αυτός
μοίασε
εμείς
μοιάσαμε
εσείς
μοιάσατε
αυτοί
μοίασαν
Будущее
εγώ
θα μοιάσω
εσύ
θα μοιάσεις
αυτός
θα μοιάσει
εμείς
θα μοιάσουμε
εσείς
θα μοιάσετε
αυτοί
θα μοιάσουν

Примеры

Αυτό το κορίτσι μοιάζει πολύ στη μητέρα της.
Эта девочка очень похожа на свою мать. · This girl looks very much like her mother.
Του μοίασε περίεργη η συμπεριφορά του.
Его поведение показалось ему странным. · His behaviour seemed strange to him.
Οι δύο αδελφές μοιάζουν σαν δίδυμες.
Две сестры похожи как близнецы. · The two sisters look like twins.
Μοίασε πολύ περίεργη αυτή η ιστορία.
Эта история казалась очень странной. · That story seemed very odd.