μισθώνω
[miˈsθono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
сдавать в аренду, сдавать внаём (помещение, имущество)
to rent out, to lease (property, accommodation) · μισθώνω ένα διαμέρισμα — сдавать квартиру внаём
2
нанимать (работника)
to hire, to employ (a worker) · μισθώνω υπαλλήλους — нанимать сотрудников
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μισθώνω
εσύ
μισθώνεις
αυτός
μισθώνει
εμείς
μισθώνουμε
εσείς
μισθώνετε
αυτοί
μισθώνουν
Аорист
εγώ
μίσθωσα
εσύ
μίσθωσες
αυτός
μίσθωσε
εμείς
μισθώσαμε
εσείς
μισθώσατε
αυτοί
μίσθωσαν
Будущее
εγώ
θα μισθώσω
εσύ
θα μισθώσεις
αυτός
θα μισθώσει
εμείς
θα μισθώσουμε
εσείς
θα μισθώσετε
αυτοί
θα μισθώσουν
Примеры
Μισθώνω το ισόγειό μου σε έναν νέο ένοικο.
Я сдаю свой первый этаж новому арендатору. · I'm renting out my ground floor to a new tenant.
Την περασμένη χρονιά μίσθωσε πολλούς τεχνικούς για το έργο.
В прошлом году он нанял много техников для проекта. · Last year he hired many technicians for the project.
Δεν μπορούμε να μισθώνουμε άλλα γραφεία με αυτό το προϋπολογισμό.
Мы не можем снимать другие офисы с таким бюджетом. · We can't rent additional offices with this budget.