μισθοδότης
[misθoˈðotis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
работодатель, наниматель
employer · ο μισθοδότης και ο εργαζόμενος — работодатель и работник
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μισθοδότης
вин.
τον μισθοδότη
род.
του μισθοδότη
зват.
μισθοδότη
Мн. ч.
им.
οι μισθοδότες
вин.
τους μισθοδότες
род.
των μισθοδοτών
зват.
μισθοδότες
Примеры
Ο μισθοδότης πληρώνει τους εργαζόμενους κάθε μήνα.
Работодатель платит сотрудникам каждый месяц. · The employer pays the workers every month.
Η σχέση μεταξύ του μισθοδότη και του εργάτη είναι συμβατική.
Отношения между работодателем и рабочим носят договорный характер. · The relationship between employer and worker is contractual.
Οι μισθοδότες οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις για την ασφάλεια.
Работодатели должны соблюдать нормативы по безопасности. · Employers must comply with safety regulations.