Греческий словарь
с грамматикой

μιμούμαι

[miˈmume]глаголB1

Значения

1
подражать, имитировать
to imitate, to mimic · μιμείται τον δάσκαλο — подражает учителю
2
притворяться, делать вид
to pretend, to feign · μιμούνται ότι δεν ξέρουν — делают вид, что не знают

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μιμούμαι
εσύ
μιμείσαι
αυτός
μιμείται
εμείς
μιμούμαστε
εσείς
μιμείστε
αυτοί
μιμούνται
Аорист
εγώ
μιμήθηκα
εσύ
μιμήθηκες
αυτός
μιμήθηκε
εμείς
μιμηθήκαμε
εσείς
μιμηθήκατε
αυτοί
μιμήθηκαν
Будущее
εγώ
θα μιμηθώ
εσύ
θα μιμηθείς
αυτός
θα μιμηθεί
εμείς
θα μιμηθούμε
εσείς
θα μιμηθείτε
αυτοί
θα μιμηθούν

Примеры

Το παιδί μιμείται τις κινήσεις του πατέρα του.
Ребёнок подражает движениям своего отца. · The child imitates his father's movements.
Μιμήθηκαν τον τρόπο που μιλούσε ο ηθοποιός.
Они скопировали манеру речи актёра. · They copied the actor's way of speaking.
Δεν θέλω να μιμούμαι τα λάθη του.
Я не хочу повторять его ошибки. · I don't want to repeat his mistakes.
Μιμούνται ότι δεν άκουσαν τι είπα.
Они делают вид, что не слышали, что я сказал. · They're pretending they didn't hear what I said.