Греческий словарь
с грамматикой

μιλώ

[miˈlo]глаголA1

Значения

1
говорить, разговаривать
to speak, to talk · μιλώ ελληνικά — говорю по-гречески
2
беседовать, общаться
to converse, to have a conversation · μιλώ με τον φίλο μου — беседую со своим другом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μιλώ
εσύ
μιλάς
αυτός
μιλάει
εμείς
μιλάμε
εσείς
μιλάτε
αυτοί
μιλάνε
Аорист
εγώ
μίλησα
εσύ
μίλησες
αυτός
μίλησε
εμείς
μιλήσαμε
εσείς
μιλήσατε
αυτοί
μίλησαν
Будущее
εγώ
θα μιλήσω
εσύ
θα μιλήσεις
αυτός
θα μιλήσει
εμείς
θα μιλήσουμε
εσείς
θα μιλήσετε
αυτοί
θα μιλήσουν

Примеры

Μιλώ ελληνικά και αγγλικά.
Я говорю по-гречески и по-английски. · I speak Greek and English.
Χθες μίλησα με την καθηγήτριά μου.
Вчера я разговаривал с моей учительницей. · Yesterday I talked with my teacher.
Δεν μιλάς πολύ στη σχολή.
Ты не много говоришь в школе. · You don't talk much at school.
Θα μιλήσουμε για το πρόβλημα αύριο.
Завтра мы обсудим эту проблему. · We will discuss the problem tomorrow.