μικροτσίπ
[mikroˈtʃip]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
микрочип, интегральная схема
microchip, integrated circuit · ηλεκτρονικό εξάρτημα — электронный компонент
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μικροτσίπ
вин.
το μικροτσίπ
род.
του μικροτσίπ
зват.
μικροτσίπ
Мн. ч.
им.
τα μικροτσίπ
вин.
τα μικροτσίπ
род.
των μικροτσίπ
зват.
μικροτσίπ
Примеры
Το μικροτσίπ ελέγχει όλες τις λειτουργίες του υπολογιστή.
Микрочип управляет всеми функциями компьютера. · The microchip controls all the computer's functions.
Αυτό το κινητό έχει ένα πολύ ισχυρό μικροτσίπ.
Этот мобильный телефон имеет очень мощный микрочип. · This mobile phone has a very powerful microchip.
Η παραγωγή των μικροτσίπ απαιτεί εξειδικευμένες τεχνολογίες.
Производство микрочипов требует специализированные технологии. · Manufacturing microchips requires specialized technologies.