Греческий словарь
с грамматикой

μικροσκόπιο

[mikrosˈkopi.o]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
микроскоп
microscope · όργανο για μικρά πράγματα — прибор для рассмотрения мелких объектов

Грамматика

Ед. ч.
им.
το μικροσκόπιο
вин.
το μικροσκόπιο
род.
του μικροσκοπίου
зват.
μικροσκόπιο
Мн. ч.
им.
τα μικροσκόπια
вин.
τα μικροσκόπια
род.
των μικροσκοπίων
зват.
μικροσκόπια

Примеры

Ο βιολόγος παρατηρούσε τα κύτταρα με το μικροσκόπιο.
Биолог рассматривал клетки под микроскопом. · The biologist was observing the cells under the microscope.
Τα μικροσκόπια του εργαστηρίου είναι πολύ ακριβά.
Микроскопы в лаборатории очень дорогие. · The microscopes in the lab are very expensive.
Χρειαζόμαστε ένα καλό μικροσκόπιο για την έρευνα.
Нам нужен хороший микроскоп для исследования. · We need a good microscope for the research.