μιγνύω
[miˈɣnio]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
смешивать, перемешивать
to mix, to blend · μίγνυμε το χρώμα — смешиваем краску
2
скрещивать (животных), спариваться
to cross-breed, to mate · μίγνυνται τα είδη — скрещиваются виды
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μιγνύω
εσύ
μιγνύεις
αυτός
μιγνύει
εμείς
μιγνύουμε
εσείς
μιγνύετε
αυτοί
μιγνύουν
Аорист
εγώ
έμιξα
εσύ
έμιξες
αυτός
έμιξε
εμείς
εμίξαμε
εσείς
εμίξατε
αυτοί
έμιξαν
Будущее
εγώ
θα μίξω
εσύ
θα μίξεις
αυτός
θα μίξει
εμείς
θα μίξουμε
εσείς
θα μίξετε
αυτοί
θα μίξουν
Примеры
Μίγνυε το κόκκινο με το μπλε χρώμα.
Она смешивала красную краску с синей. · She was mixing the red paint with the blue.
Θα μίξουμε τα υλικά για το κέικ.
Мы смешаем ингредиенты для торта. · We will blend the ingredients for the cake.
Έμιξαν τα δύο είδη ψαριών.
Они скрестили два вида рыб. · They cross-bred two species of fish.
Τα χρώματα είναι μιγμένα πολύ καλά.
Краски смешаны очень хорошо. · The colors are blended very well.