μητροπολιτικός
[mitropoˈlitikos]прилагательноеB2
Значения
1
столичный, относящийся к столице или крупному городу
metropolitan, relating to a metropolis or capital city · το μητροπολιτικό κέντρο — столичный центр
2
относящийся к городской жизни, городской
urban, relating to city life · μητροπολιτικό στυλ ζωής — городской образ жизни
Грамматика
мужской род
им.
μητροπολιτικός
вин.
μητροπολιτικό
род.
μητροπολιτικού
зват.
μητροπολιτικέ
женский род
им.
μητροπολιτική
вин.
μητροπολιτική
род.
μητροπολιτικής
зват.
μητροπολιτική
средний род
им.
μητροπολιτικό
вин.
μητροπολιτικό
род.
μητροπολιτικού
зват.
μητροπολιτικό
Примеры
Η Αθήνα είναι το μητροπολιτικό κέντρο της Ελλάδας.
Афины — столичный центр Греции. · Athens is the metropolitan center of Greece.
Οι μητροπολιτικές περιοχές αναπτύσσονται ταχύτερα.
Столичные регионы развиваются быстрее. · Metropolitan areas develop more rapidly.
Αυτός έχει έναν μητροπολιτικό τρόπο ντυσίματος.
У него городской стиль одежды. · He has a metropolitan sense of style.
Το μητροπολιτικό δίκτυο λεωφορείων είναι πολύ αποτελεσματικό.
Столичная сеть автобусов очень эффективна. · The metropolitan bus network is very efficient.