Греческий словарь
с грамматикой

μητροπολίτης

[mitropoˈlitis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
митрополит (высокопоставленный православный епископ)
metropolitan (senior Orthodox bishop) · ο μητροπολίτης της Αθήνας — митрополит Афин

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο μητροπολίτης
вин.
το μητροπολίτη
род.
του μητροπολίτη
зват.
μητροπολίτη
Мн. ч.
им.
οι μητροπολίται
вин.
τους μητροπολίτες
род.
των μητροπολιτών
зват.
μητροπολίτες

Примеры

Ο μητροπολίτης τέλεσε τη θεία λειτουργία την Κυριακή.
Митрополит совершил божественную литургию в воскресенье. · The metropolitan celebrated the divine liturgy on Sunday.
Οι μητροπολίτες συνήλθαν για σημαντικές αποφάσεις.
Митрополиты собрались для важных решений. · The metropolitans gathered for important decisions.
Ο μητροπολίτη χαιρέτισαν θερμά οι πιστοί.
Верующие сердечно приветствовали митрополита. · The faithful warmly greeted the metropolitan.