Греческий словарь
с грамматикой

μηνύω

[miˈni.o]глаголB2

Значения

1
донести, сообщить (информацию, часто секретную или важную)
to inform, to report, to disclose (information, often secret or important) · μηνύω στην αστυνομία — сообщить в полицию
2
выдать, разоблачить (кого-либо перед властями)
to betray, to inform against (someone to authorities) · μηνύω κάποιον — выдать кого-либо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μηνύω
εσύ
μηνύεις
αυτός
μηνύει
εμείς
μηνύουμε
εσείς
μηνύετε
αυτοί
μηνύουν
Аорист
εγώ
μήνυσα
εσύ
μήνυσες
αυτός
μήνυσε
εμείς
μηνύσαμε
εσείς
μηνύσατε
αυτοί
μήνυσαν
Будущее
εγώ
θα μηνύσω
εσύ
θα μηνύσεις
αυτός
θα μηνύσει
εμείς
θα μηνύσουμε
εσείς
θα μηνύσετε
αυτοί
θα μηνύσουν

Примеры

Ο μάρτυρας μήνυσε τα ονόματα των δραστών.
Свидетель назвал имена преступников. · The witness revealed the names of the perpetrators.
Θα μηνύσω την παράνομη δραστηριότητα.
Я сообщу об этой незаконной деятельности. · I will report this illegal activity.
Δεν έπρεπε να τον μηνύσει στις αρχές.
Ему не следовало доносить на него властям. · He shouldn't have informed on him to the authorities.
Μηνύετε αμέσως αν δείτε κάτι ύποπτο.
Сообщите немедленно, если заметите что-то подозрительное. · Report immediately if you notice anything suspicious.