Греческий словарь
с грамматикой

μετρώ

[meˈtro]глаголA1

Значения

1
измерять, мерить
to measure · μετρώ το μήκος — измеряю длину
2
оценивать, судить
to judge, to assess · μετρώ τις δυνατότητές του — оцениваю его возможности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετρώ
εσύ
μετράς
αυτός
μετρά
εμείς
μετράμε
εσείς
μετράτε
αυτοί
μετράνε
Аорист
εγώ
μέτρησα
εσύ
μέτρησες
αυτός
μέτρησε
εμείς
μετρήσαμε
εσείς
μετρήσατε
αυτοί
μέτρησαν
Будущее
εγώ
θα μετρήσω
εσύ
θα μετρήσεις
αυτός
θα μετρήσει
εμείς
θα μετρήσουμε
εσείς
θα μετρήσετε
αυτοί
θα μετρήσουν

Примеры

Μέτρησα το δωμάτιο με το μέτρο.
Я измерил комнату метром. · I measured the room with a tape measure.
Μετράμε τις αποστάσεις σε χιλιόμετρα.
Мы измеряем расстояния в километрах. · We measure distances in kilometres.
Δεν μπορώ να μετρήσω την αγάπη του.
Я не могу измерить его любовь. · I cannot measure his love.
Μετρά τις δυνάμεις σου πριν ξεκινήσεις.
Оцени свои силы перед началом. · Assess your strength before you start.