Греческий словарь
с грамматикой

μετονοματίζω

[metonomaˈtizo]глаголB2

Значения

1
переименовать, дать новое имя
to rename, to give a new name · μετονοματίζω το παιδί — переименовываю ребёнка
2
переименовать (файл, документ и т.п.)
to rename (a file, document, etc.) · μετονοματίζω το αρχείο — переименовываю файл

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετονοματίζω
εσύ
μετονοματίζεις
αυτός
μετονοματίζει
εμείς
μετονοματίζουμε
εσείς
μετονοματίζετε
αυτοί
μετονοματίζουν
Аорист
εγώ
μετονόμασα
εσύ
μετονόμασες
αυτός
μετονόμασε
εμείς
μετονομάσαμε
εσείς
μετονομάσατε
αυτοί
μετονόμασαν
Будущее
εγώ
θα μετονομάσω
εσύ
θα μετονομάσεις
αυτός
θα μετονομάσει
εμείς
θα μετονομάσουμε
εσείς
θα μετονομάσετε
αυτοί
θα μετονομάσουν

Примеры

Μετονόμασαν το εταιρείας μετά τη συγχώνευση.
После слияния они переименовали компанию. · They renamed the company after the merger.
Πρέπει να μετονοματίσω αυτό το αρχείο σήμερα.
Мне нужно переименовать этот файл сегодня. · I need to rename this file today.
Η πόλη μετονοματίστηκε το 1950.
Город был переименован в 1950 году. · The city was renamed in 1950.