Греческий словарь
с грамматикой

μετονομάζω

[metonomˈazo]глаголB2

Значения

1
переименовывать, давать новое имя
to rename, to give a new name · μετονομάζω μια πόλη — переименовывать город
2
переквалифицировать, переклассифицировать
to reclassify, to recategorize · μετονομάζω ένα προϊόν — переклассифицировать товар

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετονομάζω
εσύ
μετονομάζεις
αυτός
μετονομάζει
εμείς
μετονομάζουμε
εσείς
μετονομάζετε
αυτοί
μετονομάζουν
Аорист
εγώ
μετονόμασα
εσύ
μετονόμασες
αυτός
μετονόμασε
εμείς
μετονομάσαμε
εσείς
μετονομάσατε
αυτοί
μετονόμασαν
Будущее
εγώ
θα μετονομάσω
εσύ
θα μετονομάσεις
αυτός
θα μετονομάσει
εμείς
θα μετονομάσουμε
εσείς
θα μετονομάσετε
αυτοί
θα μετονομάσουν

Примеры

Η κυβέρνηση μετονόμασε την οδό χθες.
Правительство переименовало улицу вчера. · The government renamed the street yesterday.
Θα μετονομάσουν την εταιρεία του.
Они переименуют его компанию. · They will rename his company.
Το προϊόν μετονομάστηκε για λόγους μάρκετινγ.
Товар был переклассифицирован по причинам маркетинга. · The product was reclassified for marketing reasons.