Греческий словарь
с грамматикой

μεταφράζω

[metaˈfrazo]глаголB1

Значения

1
переводить (с одного языка на другой)
to translate (from one language into another) · μεταφράζω ένα κείμενο στα αγγλικά — переводить текст на английский
2
толковать, объяснять
to interpret, to explain · πώς μεταφράζεις αυτή την πράξη; — как ты толкуешь это действие?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταφράζω
εσύ
μεταφράζεις
αυτός
μεταφράζει
εμείς
μεταφράζουμε
εσείς
μεταφράζετε
αυτοί
μεταφράζουν
Аорист
εγώ
μετάφρασα
εσύ
μετάφρασες
αυτός
μετάφρασε
εμείς
μεταφράσαμε
εσείς
μεταφράσατε
αυτοί
μετάφρασαν
Будущее
εγώ
θα μεταφράσω
εσύ
θα μεταφράσεις
αυτός
θα μεταφράσει
εμείς
θα μεταφράσουμε
εσείς
θα μεταφράσετε
αυτοί
θα μεταφράσουν

Примеры

Μεταφράζω ένα ελληνικό μυθιστόρημα στα ρωσικά.
Я переводу греческий роман на русский язык. · I am translating a Greek novel into Russian.
Μετάφρασε το γράμμα για εμάς, σε παρακαλώ.
Переведи письмо для нас, пожалуйста. · Translate the letter for us, please.
Χτες μεταφράσαμε τρία κείμενα στο μάθημα.
Вчера на уроке мы перевели три текста. · Yesterday in class we translated three texts.
Πώς θα μεταφράσεις αυτή τη δύσκολη πρόταση;
Как ты переведёшь это сложное предложение? · How will you translate this difficult sentence?