μεταφορά
[metafoˈra]существительноеη · женский родB1
Значения
1
перевозка, транспортировка
transport, transportation · μεταφορά αγαθών — перевозка товаров
2
метафора (переносное значение)
metaphor (figure of speech) · γλωσσική μεταφορά — языковая метафора
3
передача, переноска
moving, shift (of residence or office) · μεταφορά γραφείου — переезд офиса
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μεταφορά
вин.
τη μεταφορά
род.
της μεταφοράς
зват.
μεταφορά
Мн. ч.
им.
οι μεταφορές
вин.
τις μεταφορές
род.
των μεταφορών
зват.
μεταφορές
Примеры
Η μεταφορά των επίπλων κοστίζει πολλά χρήματα.
Перевозка мебели стоит дорого. · Moving furniture costs a lot of money.
Χρησιμοποίησε μια ωραία μεταφορά στο ποίημά του.
В своём стихотворении он использовал красивую метафору. · He used a beautiful metaphor in his poem.
Οι μεταφορές από το αεροδρόμιο είναι διαθέσιμες όλη την ημέρα.
Трансферты из аэропорта доступны весь день. · Airport transfers are available all day.
Για την μεταφορά των παιδιών χρειάζεται άδεια.
Для перевозки детей требуется разрешение. · Permission is needed for transporting children.