Греческий словарь
с грамматикой

μεταφέρω

[metaˈfero]глаголB1

Значения

1
перевозить, транспортировать
to transport, to carry · μεταφέρω τα κουτιά στο σπίτι — перевожу коробки домой
2
переносить (временно или постоянно перемещать)
to move, to transfer · μεταφέρω το γραφείο στο άλλο δωμάτιο — переношу офис в другую комнату
3
передавать, сообщать
to convey, to communicate · μεταφέρω το μήνυμα — передаю сообщение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταφέρω
εσύ
μεταφέρεις
αυτός
μεταφέρει
εμείς
μεταφέρουμε
εσείς
μεταφέρετε
αυτοί
μεταφέρουν
Аорист
εγώ
μετέφερα
εσύ
μετέφερες
αυτός
μετέφερε
εμείς
μετεφέραμε
εσείς
μετεφέρατε
αυτοί
μετέφεραν
Будущее
εγώ
θα μεταφέρω
εσύ
θα μεταφέρεις
αυτός
θα μεταφέρει
εμείς
θα μεταφέρουμε
εσείς
θα μεταφέρετε
αυτοί
θα μεταφέρουν

Примеры

Μεταφέρω τα παιδιά στο σχολείο κάθε πρωί.
Я возожу детей в школу каждое утро. · I drive the children to school every morning.
Την άλλη εβδομάδα θα μεταφέρουμε το γραφείο.
На следующей неделе мы перенесём офис. · Next week we'll move the office.
Μπορείς να μεταφέρεις το μήνυμα στον Γιάννη;
Ты можешь передать сообщение Янису? · Can you pass the message to Yannis?
Έχουν μεταφέρει τα έπιπλα με φορτηγό.
Они перевезли мебель грузовиком. · They transported the furniture by truck.