μετατροπή
[metatro'pi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
преобразование, превращение
transformation, conversion · η μετατροπή του νερού σε πάγο — превращение воды в лёд
2
переоборудование, переделка
alteration, renovation · η μετατροπή του σπιτιού — переделка дома
3
обращение (в веру), присоединение
conversion (to a religion) · η μετατροπή στο Χριστιανισμό — обращение в христианство
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μετατροπή
вин.
τη μετατροπή
род.
της μετατροπής
зват.
μετατροπή
Мн. ч.
им.
οι μετατροπές
вин.
τις μετατροπές
род.
των μετατροπών
зват.
μετατροπές
Примеры
Η μετατροπή της ενέργειας είναι σημαντική για το περιβάλλον.
Преобразование энергии важно для окружающей среды. · Energy conversion is important for the environment.
Ξεκίνησαν τη μετατροπή του παλιού κτιρίου σε γραφεία.
Они начали переделку старого здания под офисы. · They began the renovation of the old building into offices.
Η μετατροπή του στη νέα θρησκεία ήταν απροσδόκητη.
Его обращение в новую веру было неожиданным. · His conversion to the new religion was unexpected.
Πολλές μετατροπές χρειάζονται στο σύστημα.
В системе требуются многие изменения. · Many transformations are needed in the system.