Греческий словарь
с грамматикой

μετατρέπω

[metaˈtrepo]глаголB1

Значения

1
превращать, преобразовывать
to transform, to convert · μετατρέπω το νερό σε πάγο — превращаю воду в лёд
2
переделывать, переквалифицировать
to remake, to repurpose · μετατρέπω το παλιό κτίριο σε φοιτητική κατοικία — переделываю старое здание в студенческое общежитие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετατρέπω
εσύ
μετατρέπεις
αυτός
μετατρέπει
εμείς
μετατρέπουμε
εσείς
μετατρέπετε
αυτοί
μετατρέπουν
Аорист
εγώ
μετέτρεψα
εσύ
μετέτρεψες
αυτός
μετέτρεψε
εμείς
μετατρέψαμε
εσείς
μετατρέψατε
αυτοί
μετέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα μετατρέψω
εσύ
θα μετατρέψεις
αυτός
θα μετατρέψει
εμείς
θα μετατρέψουμε
εσείς
θα μετατρέψετε
αυτοί
θα μετατρέψουν

Примеры

Ο ήλιος μετατρέπει το φως σε ενέργεια.
Солнце преобразует свет в энергию. · The sun converts light into energy.
Μετέτρεψαν το σπίτι σε γραφείο.
Они превратили дом в офис. · They transformed the house into an office.
Θα μετατρέψουν τη διαδρομή τον Ιούνιο.
Они переделают маршрут в июне. · They will remake the route in June.
Η εταιρεία μετατρέπεται σε περισσότερο φιλική προς το περιβάλλον.
Компания становится более экологичной. · The company is becoming more environmentally friendly.