μετασχηματισμός
[metasximatizˈmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
преобразование, трансформация
transformation, metamorphosis · μετασχηματισμός του σώματος — преобразование тела
2
перестановка, перестройка (в математике, лингвистике)
transformation (in mathematics, linguistics) · γραμματικός μετασχηματισμός — грамматическое преобразование
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο μετασχηματισμός
вин.
τον μετασχηματισμό
род.
του μετασχηματισμού
зват.
μετασχηματισμέ
Мн. ч.
им.
οι μετασχηματισμοί
вин.
τους μετασχηματισμούς
род.
των μετασχηματισμών
зват.
μετασχηματισμοί
Примеры
Ο μετασχηματισμός της κατηγορίας ήταν αναγκαίος.
Преобразование компании было необходимо. · The company's transformation was necessary.
Αυτός ο μετασχηματισμός αλλάζει το σημασιολογικό περιεχόμενο.
Это преобразование меняет смысловое содержание. · This transformation changes the semantic content.
Οι μετασχηματισμοί της διαδικασίας απαιτούν χρόνο.
Преобразования процесса требуют времени. · The process's transformations require time.
Με τον μετασχηματισμό αυτό, τα δεδομένα ταξινομούνται καλύτερα.
Благодаря этому преобразованию данные классифицируются лучше. · Through this transformation, the data is classified better.