μετασχηματίζω
[metasçimaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
преобразовывать, трансформировать
to transform, to convert · μετασχηματίζει το νερό σε πάγο — преобразует воду в лед
2
переоборудовать, переделывать
to remodel, to refurbish · μετασχηματίζουν το παλιό σπίτι — переделывают старый дом
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μετασχηματίζω
εσύ
μετασχηματίζεις
αυτός
μετασχηματίζει
εμείς
μετασχηματίζουμε
εσείς
μετασχηματίζετε
αυτοί
μετασχηματίζουν
Аорист
εγώ
μετασχημάτισα
εσύ
μετασχημάτισες
αυτός
μετασχημάτισε
εμείς
μετασχηματίσαμε
εσείς
μετασχηματίσατε
αυτοί
μετασχημάτισαν
Будущее
εγώ
θα μετασχηματίσω
εσύ
θα μετασχηματίσεις
αυτός
θα μετασχηματίσει
εμείς
θα μετασχηματίσουμε
εσείς
θα μετασχηματίσετε
αυτοί
θα μετασχηματίσουν
Примеры
Η τεχνολογία μετασχηματίζει τη ζωή μας.
Технология преобразует нашу жизнь. · Technology is transforming our lives.
Το εργοστάσιο μετασχημάτισε τις πρώτες ύλες σε έτοιμα προϊόντα.
Завод преобразовал сырьё в готовую продукцию. · The factory transformed raw materials into finished products.
Θα μετασχηματίσουν το κτίριο σε εστιατόριο.
Они переделают здание в ресторан. · They will convert the building into a restaurant.
Ο καιρός έχει μετασχηματίσει τα βουνά.
Время изменило горы. · Time has transformed the mountains.