μεταρρύθμιση
[metaˈriðmisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
реформа, преобразование (особенно политическое или социальное)
reform, restructuring (especially political or social) · μεταρρύθμιση της κυβέρνησης — государственная реформа
2
переустройство, коренное изменение системы
overhaul, fundamental change of a system · μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης — реформа образования
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μεταρρύθμιση
вин.
τη μεταρρύθμιση
род.
της μεταρρύθμισης
зват.
μεταρρύθμιση
Мн. ч.
им.
οι μεταρρυθμίσεις
вин.
τις μεταρρυθμίσεις
род.
των μεταρρυθμίσεων
зват.
μεταρρυθμίσεις
Примеры
Η μεταρρύθμιση της υγείας είναι επείγουσα.
Реформа здравоохранения является неотложной. · Healthcare reform is urgent.
Οι μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν αντιδράσεις στην κοινωνία.
Реформы вызвали противодействие в обществе. · The reforms provoked resistance in society.
Χρειάζεται μια ριζική μεταρρύθμιση του συστήματος.
Нужна коренная реформа системы. · A radical overhaul of the system is needed.
Τη μεταρρύθμιση την υποστήριξαν οι περισσότεροι.
Реформу поддержало большинство. · Most people supported the reform.