μεταπολεμικός
[metapolemiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
послевоенный
postwar, post-war · η μεταπολεμική περίοδος — послевоенный период
Грамматика
мужской род
им.
μεταπολεμικός
вин.
μεταπολεμικό
род.
μεταπολεμικού
зват.
μεταπολεμικέ
женский род
им.
μεταπολεμική
вин.
μεταπολεμική
род.
μεταπολεμικής
зват.
μεταπολεμική
средний род
им.
μεταπολεμικό
вин.
μεταπολεμικό
род.
μεταπολεμικού
зват.
μεταπολεμικό
Примеры
Η μεταπολεμική Ελλάδα αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες.
Послевоенная Греция столкнулась с серьёзными экономическими трудностями. · Postwar Greece faced serious economic difficulties.
Η μεταπολεμική λογοτεχνία εξέφρασε το πνεύμα της νέας γενιάς.
Послевоенная литература выразила дух нового поколения. · Postwar literature expressed the spirit of the new generation.
Μεταπολεμικοί συγγραφείς ανέλυσαν τις συνέπειες του πολέμου.
Послевоенные писатели анализировали последствия войны. · Postwar writers analyzed the consequences of the war.