Греческий словарь
с грамматикой

μεταπηδώ

[metapɪˈðo]глаголB2

Значения

1
перепрыгивать, прыгать через что-либо
to jump over, to leap across · μεταπηδώ το χαντάκι — перепрыгиваю через канаву
2
переходить, переключаться с одного на другое
to switch, to move from one thing to another · μεταπηδώ από θέμα σε θέμα — перехожу с одной темы на другую

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταπηδώ
εσύ
μεταπηδάς
αυτός
μεταπηδά
εμείς
μεταπηδάμε
εσείς
μεταπηδάτε
αυτοί
μεταπηδούν
Аорист
εγώ
μεταπήδησα
εσύ
μεταπήδησες
αυτός
μεταπήδησε
εμείς
μεταπηδήσαμε
εσείς
μεταπηδήσατε
αυτοί
μεταπήδησαν
Будущее
εγώ
θα μεταπηδήσω
εσύ
θα μεταπηδήσεις
αυτός
θα μεταπηδήσει
εμείς
θα μεταπηδήσουμε
εσείς
θα μεταπηδήσετε
αυτοί
θα μεταπηδήσουν

Примеры

Το παιδί μεταπήδησε το σκοινί με ευκολία.
Ребёнок легко перепрыгнул через скакалку. · The child easily jumped over the rope.
Ο ομιλητής μεταπηδά συνέχεια από θέμα σε θέμα.
Оратор постоянно прыгает с одной темы на другую. · The speaker constantly jumps from one topic to another.
Θα μεταπηδήσουμε τα εμπόδια και θα συνεχίσουμε.
Мы преодолеем препятствия и продолжим дальше. · We will overcome the obstacles and continue forward.