Греческий словарь
с грамматикой

μεταναστεύω

[metaˈnasteˈvo]глаголB1

Значения

1
эмигрировать, переселяться в другую страну
to emigrate, to migrate to another country · μετανάστευσε στις ΗΠΑ — он эмигрировал в США
2
переезжать, перемещаться на новое место жительства
to relocate, to move to a new place of residence · μεταναστεύουν στο νέο σπίτι — они переезжают в новый дом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταναστεύω
εσύ
μεταναστεύεις
αυτός
μεταναστεύει
εμείς
μεταναστεύουμε
εσείς
μεταναστεύετε
αυτοί
μεταναστεύουν
Аорист
εγώ
μετανάστευσα
εσύ
μετανάστευσες
αυτός
μετανάστευσε
εμείς
μεταναστεύσαμε
εσείς
μεταναστεύσατε
αυτοί
μετανάστευσαν
Будущее
εγώ
θα μετανασταύσω
εσύ
θα μεταναστεύσεις
αυτός
θα μεταναστεύσει
εμείς
θα μεταναστεύσουμε
εσείς
θα μεταναστεύσετε
αυτοί
θα μεταναστεύσουν

Примеры

Πολλές οικογένειες μεταναστεύουν προς την Ευρώπη κάθε χρόνο.
Многие семьи ежегодно эмигрируют в Европу. · Many families emigrate to Europe every year.
Ο παππούς του μετανάστευσε στην Αμερική το 1950.
Его дедушка эмигрировал в Америку в 1950 году. · His grandfather emigrated to America in 1950.
Θα μεταναστεύσουμε σε μια πιο μεγάλη πόλη την άνοιξη.
Мы переедем в больший город весной. · We will move to a larger city in spring.
Μετανάστευσαν επειδή δεν είχαν εργασία στην πατρίδα τους.
Они эмигрировали, потому что не было работы на родине. · They emigrated because there was no work in their homeland.