μεταναστευτικός
[metanasteftiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
миграционный, связанный с миграцией
relating to migration · μεταναστευτική πολιτική — миграционная политика
2
касающийся мигрантов, миграционный кризис
concerning migrants or migration issues · μεταναστευτικό ζήτημα — миграционный вопрос
Грамматика
мужской род
им.
μεταναστευτικός
вин.
μεταναστευτικό
род.
μεταναστευτικού
зват.
μεταναστευτικέ
женский род
им.
μεταναστευτική
вин.
μεταναστευτική
род.
μεταναστευτικής
зват.
μεταναστευτική
средний род
им.
μεταναστευτικό
вин.
μεταναστευτικό
род.
μεταναστευτικού
зват.
μεταναστευτικό
Примеры
Η μεταναστευτική κρίση απασχολεί την Ευρώπη.
Миграционный кризис занимает Европу. · The migration crisis preoccupies Europe.
Οι μεταναστευτικές πολιτικές διαφέρουν ανά χώρα.
Миграционная политика различается в разных странах. · Migration policies vary from country to country.
Το μεταναστευτικό ζήτημα είναι σύνθετο.
Миграционный вопрос сложный. · The migration issue is complex.