μετανάστευση
[metaˈnastefsɪ]существительноеη · женский родB1
Значения
1
эмиграция, переселение (обычно постоянное)
emigration, migration (usually permanent) · μετανάστευση στο εξωτερικό — эмиграция за границу
2
миграция (перемещение населения)
migration (movement of population) · μετανάστευση λαών — миграция народов
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μετανάστευση
вин.
τη μετανάστευση
род.
της μετανάστευσης
зват.
μετανάστευση
Мн. ч.
им.
οι μεταναστεύσεις
вин.
τις μεταναστεύσεις
род.
των μεταναστεύσεων
зват.
μεταναστεύσεις
Примеры
Η μετανάστευση των Ελλήνων προς την Αμερική ήταν μαζική.
Эмиграция греков в Америку была массовой. · The emigration of Greeks to America was massive.
Πολλές οικογένειες επέλεξαν τη μετανάστευση για οικονομικούς λόγους.
Много семей выбрали эмиграцию по экономическим причинам. · Many families chose emigration for economic reasons.
Οι μεταναστεύσεις είναι συνήθως αποτέλεσμα κρίσεων.
Миграции обычно являются результатом кризисов. · Migrations are usually the result of crises.