Греческий словарь
с грамматикой

μεταμόσχευση

[metaˈmɔsçefsi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
трансплантация, пересадка (органа или ткани)
transplant, transplantation (of an organ or tissue) · μεταμόσχευση καρδιάς — пересадка сердца
2
пересадка растений
transplanting (of plants) · μεταμόσχευση δενδρών — пересадка деревьев

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μεταμόσχευση
вин.
την μεταμόσχευση
род.
της μεταμόσχευσης
зват.
μεταμόσχευση
Мн. ч.
им.
οι μεταμοσχεύσεις
вин.
τις μεταμοσχεύσεις
род.
των μεταμοσχεύσεων
зват.
μεταμοσχεύσεις

Примеры

Η μεταμόσχευση νεφρού είναι μια σύνθετη χειρουργική επέμβαση.
Пересадка почки — это сложная хирургическая операция. · Kidney transplantation is a complex surgical procedure.
Περίμενε πέντε χρόνια για τη μεταμόσχευση καρδιάς.
Он ждал пять лет пересадку сердца. · He waited five years for a heart transplant.
Οι μεταμοσχεύσεις ιστών έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Пересадки тканей увеличились за последние годы. · Tissue transplants have increased in recent years.
Κάνουν μεταμόσχευση των δενδρών κάθε άνοιξη.
Они пересаживают деревья каждую весну. · They transplant the trees every spring.