Греческий словарь
с грамматикой

μεταλλεύω

[metaˈlevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
добывать руду; разрабатывать месторождение
to mine; to extract ore or minerals from the earth · μεταλλεύω χρυσό — добываю золото
2
разыскивать, добывать (информацию, знания)
to mine, extract, or gather (information, knowledge) · μεταλλεύω δεδομένα — извлекаю данные

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταλλεύω
εσύ
μεταλλεύεις
αυτός
μεταλλεύει
εμείς
μεταλλεύουμε
εσείς
μεταλλεύετε
αυτοί
μεταλλεύουν
Аорист
εγώ
μεταλλέυσα
εσύ
μεταλλέυσες
αυτός
μεταλλέυσε
εμείς
μεταλλέυσαμε
εσείς
μεταλλέυσατε
αυτοί
μεταλλέυσαν
Будущее
εγώ
θα μεταλλεύσω
εσύ
θα μεταλλεύσεις
αυτός
θα μεταλλεύσει
εμείς
θα μεταλλεύσουμε
εσείς
θα μεταλλεύσετε
αυτοί
θα μεταλλεύσουν

Примеры

Στην περιοχή μεταλλεύουν κυρίως χαλκό και ψευδάργυρο.
В этом регионе в основном добывают медь и цинк. · In that region they mainly mine copper and zinc.
Οι εταιρείες μεταλλεύουν δεδομένα από τα κοινωνικά δίκτυα.
Компании извлекают данные из социальных сетей. · Companies mine data from social networks.
Το χωριό είχε μεταλλευθεί εντατικά κατά την επαναστατική περίοδο.
Деревня активно разрабатывалась в революционный период. · The village had been mined intensively during the revolutionary period.