Греческий словарь
с грамматикой

μετακόμιση

[metaˈkomi.si]существительноеη · женский родA2

Значения

1
переезд (смена места жительства)
moving house, relocation · η μετακόμιση στο νέο σπίτι — переезд в новый дом

Грамматика

Ед. ч.
им.
η μετακόμιση
вин.
την μετακόμιση
род.
της μετακόμισης
зват.
μετακόμιση
Мн. ч.
им.
οι μετακομίσεις
вин.
τις μετακομίσεις
род.
των μετακομίσεων
зват.
μετακομίσεις

Примеры

Η μετακόμιση ήταν πολύ δύσκολη και κουραστική.
Переезд был очень сложным и утомительным. · The move was very difficult and exhausting.
Χρειαζόμαστε βοήθεια για την μετακόμιση μας.
Нам нужна помощь с нашим переездом. · We need help with our move.
Οι μετακομίσεις το καλοκαίρι είναι πιο ακριβές.
Летние переезды дороже. · Summer moves are more expensive.
Σχεδιάζω την μετακόμισή μου για τον Ιούνιο.
Я планирую свой переезд на июнь. · I'm planning my move for June.