Греческий словарь
с грамматикой

μετακομίζω

[metakoˈmizo]глаголB1

Значения

1
переезжать, менять место жительства
to move house, to relocate · μετακομίζω σε νέο σπίτι — переезжаю в новый дом
2
перевозить, переносить (мебель, имущество и т.д.)
to move, to transport (furniture, belongings, etc.) · μετακομίζω τα έπιπλα — переношу мебель

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετακομίζω
εσύ
μετακομίζεις
αυτός
μετακομίζει
εμείς
μετακομίζουμε
εσείς
μετακομίζετε
αυτοί
μετακομίζουν
Аорист
εγώ
μετακόμισα
εσύ
μετακόμισες
αυτός
μετακόμισε
εμείς
μετακομίσαμε
εσείς
μετακομίσατε
αυτοί
μετακόμισαν
Будущее
εγώ
θα μετακομίσω
εσύ
θα μετακομίσεις
αυτός
θα μετακομίσει
εμείς
θα μετακομίσουμε
εσείς
θα μετακομίσετε
αυτοί
θα μετακομίσουν

Примеры

Θα μετακομίσουμε στο νέο διαμέρισμα το καλοκαίρι.
Мы переедем в новую квартиру летом. · We will move to the new apartment in summer.
Χθες μετακόμισε ο φίλος μου στο κέντρο της πόλης.
Вчера мой друг переехал в центр города. · Yesterday my friend moved to the city centre.
Κάθε φορά που μετακομίζω, ξεχνάω πράγματα.
Каждый раз, когда я переезжаю, я что-нибудь забываю. · Every time I move, I forget something.
Οι εργάτες μετακόμισαν όλα τα έπιπλα με προσοχή.
Рабочие осторожно перенесли всю мебель. · The workers carefully moved all the furniture.