Греческий словарь
с грамматикой

μετακινώ

[metakinˈo]глаголB1

Значения

1
перемещать, двигать с места
to move, to shift from one place to another · μετακινώ το τραπέζι — передвигаю стол
2
отодвигать, отстранять (переносное)
to remove, to set aside (figuratively) · μετακινώ κάποιον από τη θέση του — смещу кого-то с его поста

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μετακινώ
εσύ
μετακινείς
αυτός
μετακινεί
εμείς
μετακινούμε
εσείς
μετακινείτε
αυτοί
μετακινούν
Аорист
εγώ
μετακίνησα
εσύ
μετακίνησες
αυτός
μετακίνησε
εμείς
μετακινήσαμε
εσείς
μετακινήσατε
αυτοί
μετακίνησαν
Будущее
εγώ
θα μετακινήσω
εσύ
θα μετακινήσεις
αυτός
θα μετακινήσει
εμείς
θα μετακινήσουμε
εσείς
θα μετακινήσετε
αυτοί
θα μετακινήσουν

Примеры

Πρέπει να μετακινήσουμε τα έπιπλα αύριο.
Завтра нужно передвинуть мебель. · We need to move the furniture tomorrow.
Ο διευθυντής μετακινήθηκε σε άλλη θέση.
Директор был переведён на другую должность. · The director was transferred to another position.
Μη μετακινείς τα έγγραφα από το γραφείο.
Не трогай документы из офиса. · Don't move the documents from the office.
Την προηγούμενη εβδομάδα μετακίνησαν τη γραμματέα.
На прошлой неделе перевели секретаршу. · Last week they reassigned the secretary.