Греческий словарь
с грамматикой

μεταδίδω

[metaˈðiðo]глаголB2

Значения

1
передавать, передать (инфекцию, болезнь, информацию)
transmit, pass on (disease, information) · μεταδίδω ασθένεια — передавать болезнь
2
трансляция, телепередача
broadcast (in modern usage, often as noun or participle) · μεταδίδεται στη τηλεόραση — трансляция на телевидении

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταδίδω
εσύ
μεταδίδεις
αυτός
μεταδίδει
εμείς
μεταδίδουμε
εσείς
μεταδίδετε
αυτοί
μεταδίδουν
Аорист
εγώ
μετέδωσα
εσύ
μετέδωσες
αυτός
μετέδωσε
εμείς
μετεδώσαμε
εσείς
μετεδώσατε
αυτοί
μετέδωσαν
Будущее
εγώ
θα μεταδώσω
εσύ
θα μεταδώσεις
αυτός
θα μεταδώσει
εμείς
θα μεταδώσουμε
εσείς
θα μεταδώσετε
αυτοί
θα μεταδώσουν

Примеры

Ο ιός μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Вирус передаётся от человека к человеку. · The virus is transmitted from person to person.
Χθες μετέδωσαν το ποδοσφαιρικό ματς στην τηλεόραση.
Вчера показали футбольный матч по телевизору. · Yesterday they broadcast the football match on television.
Μεταδίδει την πληροφορία σε όλους τους συναδέλφους του.
Он передаёт информацию всем своим коллегам. · He passes on the information to all his colleagues.
Θα μεταδώσουν το κονσέρτο απευθείας από το θέατρο.
Они будут транслировать концерт прямо из театра. · They will broadcast the concert live from the theatre.