Греческий словарь
с грамматикой

μεταγράφω

[metaˈɣrafo]глаголB2

Значения

1
переписывать, переписать
to rewrite, to transcribe · μεταγράφω ένα κείμενο — переписываю текст
2
транскрибировать (музыку для другого инструмента)
to arrange, to transcribe (music for a different instrument) · μεταγράφω τη συμφωνία για πιάνο — транскрибирую симфонию для фортепиано

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταγράφω
εσύ
μεταγράφεις
αυτός
μεταγράφει
εμείς
μεταγράφουμε
εσείς
μεταγράφετε
αυτοί
μεταγράφουν
Аорист
εγώ
μετέγραψα
εσύ
μετέγραψες
αυτός
μετέγραψε
εμείς
μετεγράψαμε
εσείς
μετεγράψατε
αυτοί
μετέγραψαν
Будущее
εγώ
θα μεταγράψω
εσύ
θα μεταγράψεις
αυτός
θα μεταγράψει
εμείς
θα μεταγράψουμε
εσείς
θα μεταγράψετε
αυτοί
θα μεταγράψουν

Примеры

Μετέγραψα την παλιά επιστολή σε ψηφιακή μορφή.
Я переписал старое письмо в цифровой формат. · I transcribed the old letter into digital form.
Ο συνθέτης μεταγράφει την όπερα για ορχήστρα.
Композитор переаранжирует оперу для оркестра. · The composer is arranging the opera for orchestra.
Τα έγγραφα θα μεταγραφούν από ειδικό.
Документы будут переписаны специалистом. · The documents will be rewritten by a specialist.