μεταβατικός
[metaβatiˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
переходный (о глаголе)
transitive (of a verb) · μεταβατικό ρήμα — переходный глагол
2
переходный, временный (о состоянии)
transitive, transitory (of a state or condition) · μεταβατικό στάδιο — переходная стадия
Грамматика
мужской род
им.
μεταβατικός
вин.
μεταβατικό
род.
μεταβατικού
зват.
μεταβατικέ
женский род
им.
μεταβατική
вин.
μεταβατική
род.
μεταβατικής
зват.
μεταβατική
средний род
им.
μεταβατικό
вин.
μεταβατικό
род.
μεταβατικού
зват.
μεταβατικό
Примеры
Το ρήμα «γράφω» είναι μεταβατικό.
Глагол «писать» является переходным. · The verb "write" is transitive.
Βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο της ιστορίας.
Мы находимся в переходном периоде истории. · We are in a transitional period of history.
Οι μεταβατικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις.
Переходные правительства сталкиваются со многими трудностями. · Transitional governments face many challenges.