Греческий словарь
с грамматикой

μεταβαίνω

[metaˈveno]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB1

Значения

1
переходить, переходить (из одного места в другое)
to go from one place to another, to move, to transition · μεταβαίνω σε άλλη πόλη — переходить в другой город
2
переходить (от одного состояния, темы к другому)
to shift, to move on to (a different topic, state) · μεταβαίνουμε στο επόμενο θέμα — переходим к следующей теме

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταβαίνω
εσύ
μεταβαίνεις
αυτός
μεταβαίνει
εμείς
μεταβαίνουμε
εσείς
μεταβαίνετε
αυτοί
μεταβαίνουν
Аорист
εγώ
μετέβην
εσύ
μετέβης
αυτός
μετέβη
εμείς
μετέβημεν
εσείς
μετέβητε
αυτοί
μετέβησαν
Будущее
εγώ
θα μεταβώ
εσύ
θα μεταβείς
αυτός
θα μεταβεί
εμείς
θα μεταβούμε
εσείς
θα μεταβείτε
αυτοί
θα μεταβούν

Примеры

Μεταβαίνουμε στο νέο κτίριο του πανεπιστημίου.
Мы переходим в новое здание университета. · We are moving to the university's new building.
Ο ομιλητής μετέβη στο δεύτερο μέρος της ομιλίας του.
Докладчик перешёл ко второй части своего выступления. · The speaker moved on to the second part of his speech.
Θα μεταβούν σε διαφορετική χώρα το καλοκαίρι.
Они перейдут в другую страну летом. · They will move to a different country in the summer.