Греческий словарь
с грамматикой

μεταβάλλω

[metaˈvalo]глаголB2

Значения

1
изменять, преобразовывать
to change, to transform · μεταβάλλει τη φύση του — изменяет свою природу
2
превращать, переделывать
to turn into, to convert · μεταβάλλουν τα όνειρα σε πράξη — превращают мечты в действие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μεταβάλλω
εσύ
μεταβάλλεις
αυτός
μεταβάλλει
εμείς
μεταβάλλουμε
εσείς
μεταβάλλετε
αυτοί
μεταβάλλουν
Аорист
εγώ
μετέβαλα
εσύ
μετέβαλες
αυτός
μετέβαλε
εμείς
μετεβάλαμε
εσείς
μετεβάλατε
αυτοί
μετέβαλαν
Будущее
εγώ
θα μεταβάλω
εσύ
θα μεταβάλεις
αυτός
θα μεταβάλει
εμείς
θα μεταβάλουμε
εσείς
θα μεταβάλετε
αυτοί
θα μεταβάλουν

Примеры

Το καθεστώς μεταβάλλει τις πολιτικές του θέσεις.
Правительство изменило свои политические позиции. · The government changed its political positions.
Η τεχνολογία μετέβαλε τη ζωή μας κατά πολύ.
Технология кардинально преобразовала нашу жизнь. · Technology transformed our lives dramatically.
Θα μεταβάλουμε το σχέδιο αν χρειαστεί.
Мы изменим план, если потребуется. · We'll change the plan if necessary.
Μετάβαλε την κατάσταση με τις ενέργειές του.
Своими действиями он изменил ситуацию. · He changed the situation through his actions.